Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ντεπώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ντεπώ, ντεπό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ντεπώ < (άμεσο δάνειο) γαλλική Dépôt‎‎ < γαλλική dépôt (αποθήκη, αμαξοστάσιο)‎‎[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /deˈpo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ντεπώ

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ντεπώ άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.