Ντονάβου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ντονάβου < γενική ενικού του αρσενικού Ντονάβος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ντονάβου θηλυκό (αρσενικό Ντονάβος)
Ντονάβου θηλυκό (αρσενικό Ντονάβος)