Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ντουγιούτζογλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Ντουγιούτζογλου οι Ντουγιούτζογλοι
& Ντουγιουτζογλαίοι
οι Ντουγιούτζογλου
      γενική του/της Ντουγιούτζογλου των Ντουγιούτζογλων
& Ντουγιουτζογλαίων
των Ντουγιούτζογλου
    αιτιατική τον/την Ντουγιούτζογλου τους Ντουγιούτζογλους
& Ντουγιουτζογλαίους
τους/τις Ντουγιούτζογλου
     κλητική Ντουγιούτζογλου Ντουγιούτζογλοι
& Ντουγιουτζογλαίοι
Ντουγιούτζογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ντουγιούτζογλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ντουγιούτζογλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]