Ντσιάβου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ντσιάβου < γενική ενικού του αρσενικού Ντσιάβος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ντσιάβου θηλυκό (αρσενικό Ντσιάβος)
Ντσιάβου θηλυκό (αρσενικό Ντσιάβος)