Ντόρσετ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- Ντόρσετ < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ντόρσετ αρσενικό
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- Ντόρσετ < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ντόρσετ αρσενικό ή θηλυκό