Μετάβαση στο περιεχόμενο

Νόρμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Νόρμα < λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Νόρμας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Νόρμα θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Νόρμας)

Μεταγραφές για το επώνυμο

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις για το όνομα

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Νόρμα < ιταλική Norma

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

Νόρμα θηλυκό