Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ξαφίνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Ξαφίνα οι Ξαφίνες
      γενική της Ξαφίνας
    αιτιατική την Ξαφίνα τις Ξαφίνες
     κλητική Ξαφίνα Ξαφίνες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ξαφίνα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ksaˈfi.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ξαφίνα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ξαφίνα θηλυκό