Ξεννίκη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ξεννίκη < γενική ενικού του αρσενικού Ξεννίκης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ξεννίκη θηλυκό (αρσενικό Ξεννίκης)
Ξεννίκη θηλυκό (αρσενικό Ξεννίκης)