Ξηροτύρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ξηροτύρη < γενική ενικού του αρσενικού Ξηροτύρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ξηροτύρη θηλυκό (αρσενικό Ξηροτύρης)
Ξηροτύρη θηλυκό (αρσενικό Ξηροτύρης)