Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ξυναρίου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ξυναρίου < γενική ενικού του αρσενικού Ξυνάριος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ξυναρίου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Ξυνάριος)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]