Ολλανδός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Ολλανδός Ολλανδή Ολλανδοί Ολλανδές
γενική Ολλανδού Ολλανδής Ολλανδών Ολλανδών
αιτιατική Ολλανδό Ολλανδή Ολλανδούς Ολλανδές
κλητική Ολλανδέ Ολλανδή Ολλανδοί Ολλανδές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ολλανδός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ολλανδός αρσενικό

  1. αυτός που κατάγεται από την Ολλανδία
  2. αυτός που έχει ολλανδική ιθαγένεια ή υπηκοότητα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Στον καθημερινό λόγο συναντούμε και τις μορφές Ολλανδέζος (αρκετά σπάνιο) και Ολλανδέζα (πιο συνηθισμένο).

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]