Οπρόγλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Οπρόγλου | οι | Οπρόγλοι & Οπρογλαίοι |
οι | Οπρόγλου |
| γενική | του/της | Οπρόγλου | των | Οπρόγλων & Οπρογλαίων |
των | Οπρόγλου |
| αιτιατική | τον/την | Οπρόγλου | τους | Οπρόγλους & Οπρογλαίους |
τους/τις | Οπρόγλου |
| κλητική | Οπρόγλου | Οπρόγλοι & Οπρογλαίοι |
Οπρόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Οπρόγλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Οπρόγλου αρσενικό ή θηλυκό