Οραήλογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Οραήλογλου | οι | Οραήλογλοι & Οραηλογλαίοι |
οι | Οραήλογλου |
| γενική | του/της | Οραήλογλου | των | Οραήλογλων & Οραηλογλαίων |
των | Οραήλογλου |
| αιτιατική | τον/την | Οραήλογλου | τους | Οραήλογλους & Οραηλογλαίους |
τους/τις | Οραήλογλου |
| κλητική | Οραήλογλου | Οραήλογλοι & Οραηλογλαίοι |
Οραήλογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Οραήλογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Οραήλογλου αρσενικό ή θηλυκό