Ουργαντζή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ουργαντζή < γενική ενικού του αρσενικού Ουργαντζής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ουργαντζή θηλυκό
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ουργαντζής
Ουργαντζή θηλυκό