Ούστρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ούστρια < γενική ενικού του αρσενικού Ούστριας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ούστρια θηλυκό (αρσενικό Ούστριας)
Ούστρια θηλυκό (αρσενικό Ούστριας)