Οὐλερῖχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Οὐλέριος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Οὐλερῖχος < (λόγιο δάνειο) γερμανική Ulrichs, με κατάλληλες προσαρμογές + κατάληξη -ος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Οὐλερῖχος αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]