Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πάνακτον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τὸ Πάνακτον
      γενική τοῦ Πανάκτου
      δοτική τῷ Πανάκτ
    αιτιατική τὸ Πάνακτον
     κλητική ! Πάνακτον
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Πάνακτον < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πάνακτον ουδέτερο, μόνο στον ενικό