Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πίνδαρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Πίνδασος, πίνδαλος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Πίνδαρος οι Πίνδαροι
      γενική του Πίνδαρου
& Πινδάρου
των Πίνδαρων
& Πινδάρων
    αιτιατική τον Πίνδαρο τους Πίνδαρους
& Πινδάρους
     κλητική Πίνδαρε Πίνδαροι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Πίνδαρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Πίνδαρος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpin.ða.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Πίνδαρος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πίνδαρος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Πίνδαρος
      γενική τοῦ Πινδάρου
Πινδάροιο (επικός)
      δοτική τῷ Πινδάρ
    αιτιατική τὸν Πίνδαρον
     κλητική ! Πίνδαρε
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:
Προτομή του Πίνδαρου. Ρωμαϊκό αντίγραφο. Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Πίνδαρος < άγνωστης ετυμολογίας.
Κατά τον Μπαμπινιώτη: Πίνδ(ος) (οροσειρά της Θεσσαλίας) + -αρος.[1]
Παραβάλετε επίσης πίνδαλος (άγνωστο είδος πτηνού) και Πίνδασος (όρος της Τρωάδας).

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πίνδαρος αρσενικό, μόνο στον ενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (ειδικότερα) ο Πίνδαρος: αρχαίος έλληνας λυρικός ποιητής (522 - 443 π.Χ.), ο οποίος συνέθεσε ωδές και επινίκιους ύμνους προς τιμήν των νικητών σε πανελλήνιους αγώνες
    Πίνδαρος στη Βιβλιοθήκη
    παράδειγμα  Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Πίνδαρο (αρχαία ελληνικά)
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 38.4
    οὕτω μέν νυν ταῦτα νενόμισται, καὶ ὀρθῶς μοι δοκέει Πίνδαρος ποιῆσαι νόμον πάντων βασιλέα φήσας εἶναι.
    Έτσι είναι λοιπόν αυτές οι πεποιθήσεις, και νομίζω σωστά τα λέει ο Πίνδαρος, στο ποίημά του, ότι το έθιμο είναι ο βασιλιάς των πάντων.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος κε αιώνας Κόριννα, Απόσπασμα 21. p.549, τόμος 3, PLG, επιμ. Theodor Bergk ή 644, Α, βοιωτική διάλεκτος
    μέμφομη δὲ κὴ λιγουρὰν
    Μουρτίδ᾿ ἱωνγ᾿ ὅτι βανὰ φοῦσ᾿
    ἔβα Πινδάροιο ποτ᾿ ἔριν
    λείπει η μετάφραση

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πίνδαρος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)