Μετάβαση στο περιεχόμενο

Παγαί

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική αἱ Παγαί
      γενική τῶν Παγῶν
      δοτική ταῖς Παγαῖς
    αιτιατική τὰς Παγᾱ́ς
     κλητική ! Παγαί
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Παγαί < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Παγαί θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  • (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)