Παγοζήλογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Παγοζήλογλου | οι | Παγοζήλογλοι & Παγοζηλογλαίοι |
οι | Παγοζήλογλου |
| γενική | του/της | Παγοζήλογλου | των | Παγοζήλογλων & Παγοζηλογλαίων |
των | Παγοζήλογλου |
| αιτιατική | τον/την | Παγοζήλογλου | τους | Παγοζήλογλους & Παγοζηλογλαίους |
τους/τις | Παγοζήλογλου |
| κλητική | Παγοζήλογλου | Παγοζήλογλοι & Παγοζηλογλαίοι |
Παγοζήλογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Παγοζήλογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Παγοζήλογλου αρσενικό ή θηλυκό