Παλαιοκερασέα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | Παλαιοκερασέα | αἱ | Παλαιοκερασέαι | ||||
| γενική | τῆς | Παλαιοκερασέας | τῶν | Παλαιοκερασεῶν | ||||
| δοτική | τῇ | Παλαιοκερασέᾳ | ταῖς | Παλαιοκερασέαις | ||||
| αιτιατική | τὴν | Παλαιοκερασέαν | τὰς | Παλαιοκερασέας | ||||
| κλητική ὦ! | Παλαιοκερασέα | Παλαιοκερασέαι | ||||||
| Συνήθως στον ενικό | ||||||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'φαρέτρα' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Παλαιοκερασέα < → δείτε τη λέξη Παλαιοκερασιά
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.le.o.ce.ɾaˈse.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Πα‐λαι‐ο‐κε‐ρα‐σέ‐α
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Παλαιοκερασέα θηλυκό
- (καθαρεύουσα) ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- → δείτε τη λέξη Παλαιοκερασιά