Παλιομάρκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Παλιομάρκος < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Παλιομάρκος αρσενικό (θηλυκό Παλιομάρκου)
Παλιομάρκος αρσενικό (θηλυκό Παλιομάρκου)