Παλλάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Παλλάδα < αρχαία ελληνική Παλλάς, ομόρριζο με τα πάλλαξ/ πάλληξ < παλλακή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Παλλάδα θηλυκό

  1. προσωνυμία της θεάς Αθηνάς: παρθένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]