Μετάβαση στο περιεχόμενο

Παναγίτσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Παναγίτσα οι Παναγίτσες
      γενική της Παναγίτσας
    αιτιατική την Παναγίτσα τις Παναγίτσες
     κλητική Παναγίτσα Παναγίτσες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Παναγίτσα < Παναγ(ία) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.naˈʝi.t͡sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Παναγίτσα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Παναγίτσα θηλυκό

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. ονομασία, στην καθολιμουμένη, εκκλησιών αφιερωμένων στην Παναγία, καθώς και διαφόρων περιοχών, συνήθως γύρω από αυτούς τους ναούς
    παράδειγμα  μήπως ξέρετε αν αυτό το λεωφορείο περνάει από την Παναγίτσα στο Παλαιό Φάληρο ;
  3. (μεταφορικά ειρωνικό) χαρακτηρισμός προσώπου (ανεξαρτήτως φύλου) που είναι ή υποκρίνεται πως είναι ήρεμο, φρόνιμο, άκακο κ.λπ. (συνήθως λέγεται εμφατικά σε σχέση με τον ανάλογο χαρακτηρισμό Παναγία)
  4. γυναικείο όνομα
      Συμμετοχές μαθητών: Αντριάν, Ερμάντ, Γκέρυ, Μιχαλίτσα, Αφροδίτη, Εμμανουέλα, Γεωργία, Παναγίτσα, Μαρία, Ερβίς, Μάρκος, Αντώνης, Δέσποινα, Γιάννης Τεν (Εκπαιδευτικά Προγράμματα 2016 – 2017 για τους μαθητές )

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Παναγίτσα < γενική ενικού του αρσενικού Παναγίτσας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Παναγίτσα θηλυκό

  • γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Παναγίτσας)
      Βασιλική Παναγίτσα, Κοινωνικός λειτουργός στην Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ. (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΚΕΑΔΙΚ, ανακτήθηκε στις 2/8/2025 )

Μεταγραφές για το επώνυμο

[επεξεργασία]