Παρασκευή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: παρασκευή

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Παρασκευή οι Παρασκευές
      γενική της Παρασκευής των Παρασκευών
    αιτιατική την Παρασκευή τις Παρασκευές
     κλητική Παρασκευή Παρασκευές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Παρασκευή < ελληνιστική κοινή Παρασκευή < αρχαία ελληνική παρασκευή

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Παρασκευή θηλυκό

  1. η έκτη ημέρα της εβδομάδας· προηγείται η Πέμπτη και ακολουθεί το Σάββατο
  2. γυναικείο όνομα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]