Πατραγά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πατραγά < γενική ενικού του αρσενικού Πατραγάς
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Πατραγά θηλυκό (αρσενικό Πατραγάς)
Πατραγά θηλυκό (αρσενικό Πατραγάς)