Παχιός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Παχιός | οι | Παχιοί |
| γενική | του | Παχιού | των | Παχιών |
| αιτιατική | τον | Παχιό | τους | Παχιούς |
| κλητική | Παχιέ | Παχιοί | ||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σολωμός (κλίση: ναός)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Παχιός < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Παχιός αρσενικό (θηλυκό Παχιού)