Πεντάφκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πεντάφκα < γενική ενικού του αρσενικού Πεντάφκας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Πεντάφκα θηλυκό (αρσενικό Πεντάφκας)
Πεντάφκα θηλυκό (αρσενικό Πεντάφκας)