Πεσκίρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πεσκίρη < γενική ενικού του αρσενικού Πεσκίρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Πεσκίρη θηλυκό (αρσενικό Πεσκίρης)
Πεσκίρη θηλυκό (αρσενικό Πεσκίρης)