Πετέν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πετέν < El Petén
Μεταγραφή
[επεξεργασία]Πετέν θηλυκό
- διοικητικό διαμέρισμα, (νομός), της Γουατεμάλας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Πετέν
|
|