Πετσέτη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πετσέτη < γενική ενικού του αρσενικού Πετσέτης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Πετσέτη θηλυκό (αρσενικό Πετσέτης)
Πετσέτη θηλυκό (αρσενικό Πετσέτης)