Πινακούλιας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Πινακούλιας | οι | Πινακούλιες & Πινακουλιέηδες |
| γενική | του | Πινακούλια | των | — Πινακουλιέηδων |
| αιτιατική | τον | Πινακούλια | τους | Πινακούλιες & Πινακουλιέηδες |
| κλητική | Πινακούλια | Πινακούλιες & Πινακουλιέηδες | ||
| Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη. Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πινακούλιας < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Πινακούλιας αρσενικό