Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πιτσιόνης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Πιτσιόνης οι Πιτσιόνηδες
      γενική του Πιτσιόνη των Πιτσιόνηδων
    αιτιατική τον Πιτσιόνη τους Πιτσιόνηδες
     κλητική Πιτσιόνη Πιτσιόνηδες
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Βαμβακάρης (κλίση: μανάβης)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Πιτσιόνης < ιταλική piccione (πιτσούνι) + -ης[1]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πιτσιόνης αρσενικό (θηλυκό Πιτσιόνη)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Οικονόμου Κωνσταντίνος, Τοπωνυμικό Ζαγορίου, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1986, σελ. 597-598