Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πλάκα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Πλάκα οι Πλάκες
      γενική της Πλάκας των Πλακών
    αιτιατική την Πλάκα τις Πλάκες
     κλητική Πλάκα Πλάκες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpla.ka/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Πλάκα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Πλάκα < πλάκα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πλάκα θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Πλάκα < (άμεσο δάνειο) αλβανική plakë (παλαιός)[1]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 3

[επεξεργασία]
Πλάκα < γενική ενικού του Πλάκας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πλάκα θηλυκό άκλιτο

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Κώστας Η. Μπίρης, Τοπωνυμικά των Αθηνών, (Έκδοσις: Αθήνα, 1945) σελ. 258