Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πλάταια

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Πλάται
      γενική τῆς Πλαταίᾱς
      δοτική τῇ Πλαταί
    αιτιατική τὴν Πλάταιᾰν
     κλητική ! Πλάται
1η κλίση, Κατηγορία 'βοήθεια' όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Πλάταια < πλατύς

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πλάταια θηλυκό, μόνο στον ενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]