Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πλαταιϊκός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Πλαταιϊκός Πλαταιϊκή τὸ Πλαταιϊκόν
      γενική τοῦ Πλαταιϊκοῦ τῆς Πλαταιϊκῆς τοῦ Πλαταιϊκοῦ
      δοτική τῷ Πλαταιϊκ τῇ Πλαταιϊκ τῷ Πλαταιϊκ
    αιτιατική τὸν Πλαταιϊκόν τὴν Πλαταιϊκήν τὸ Πλαταιϊκόν
     κλητική ! Πλαταιϊκέ Πλαταιϊκή Πλαταιϊκόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ Πλαταιϊκοί αἱ Πλαταιϊκαί τὰ Πλαταιϊκᾰ́
      γενική τῶν Πλαταιϊκῶν τῶν Πλαταιϊκῶν τῶν Πλαταιϊκῶν
      δοτική τοῖς Πλαταιϊκοῖς ταῖς Πλαταιϊκαῖς τοῖς Πλαταιϊκοῖς
    αιτιατική τοὺς Πλαταιϊκούς τὰς Πλαταιϊκᾱ́ς τὰ Πλαταιϊκᾰ́
     κλητική ! Πλαταιϊκοί Πλαταιϊκαί Πλαταιϊκᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ Πλαταιϊκώ τὼ Πλαταιϊκᾱ́ τὼ Πλαταιϊκώ
      γεν-δοτ τοῖν Πλαταιϊκοῖν τοῖν Πλαταιϊκαῖν τοῖν Πλαταιϊκοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Πλαταιϊκός < Πλάταια + -ικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

Πλαταιϊκός, -ή, -όν