Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πορτογαλία

Από Βικιλεξικό
Η σημαία της Πορτογαλίας.

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Πορτογαλία οι Πορτογαλίες
      γενική της Πορτογαλίας των Πορτογαλιών
    αιτιατική την Πορτογαλία τις Πορτογαλίες
     κλητική Πορτογαλία Πορτογαλίες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η θέση της Πορτογαλίας στην Ευρώπη.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Πορτογαλία < πορτογαλική Portugal < λατινική Portucale < Portus Cale[1] < portus (λιμάνι) + cale[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poɾ.to.ɣaˈli.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Πορτογαλία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πορτογαλία θηλυκό, μόνο στον ενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. Ονομάσθηκε έτσι τον 11ο μ.Χ. αιώνα από το λατινικό όνομα της πόλης Πόρτο: Portus Cale: λιμάνι τού Cale
  2. «"θερμό λιμάνι", ονομασία που απέδιδαν οι Ρωμαίοι στο λιμάνι Porto, επειδή τα θερμά ρεύματα τού Ατλαντικού δεν επέτρεπαν τη συγκέντρωση πάγου σε αυτό. Με την ίδια λέξη αποκαλούσαν οι Ρωμαίοι ολόκληρη την περιοχή τής σημερινής Πορτογαλίας (το μετέπειτα βασίλειο τής Λουζιτανίας), η οποία αναγνωρίστηκε ως κράτος το 1297.» Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)