Πορτοκαλλάς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πορτοκαλλάς < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Πορτοκαλλάς αρσενικό (θηλυκό Πορτοκαλλά)
Πορτοκαλλάς αρσενικό (θηλυκό Πορτοκαλλά)