Πριμικίρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πριμικίρη < γενική ενικού του αρσενικού Πριμικίρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Πριμικίρη θηλυκό (αρσενικό Πριμικίρης)
Πριμικίρη θηλυκό (αρσενικό Πριμικίρης)