Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πρισιλίμες

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Πρισιλίμες
      γενική των Πρισιλιμών
    αιτιατική τις Πρισιλίμες
     κλητική Πρισιλίμες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Πρισιλίμες < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾi.siˈli.mes/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Πρισιλίμες

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πρισιλίμες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]