Μετάβαση στο περιεχόμενο

Προάστιον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ Προάστιον τὰ Προάστια
      γενική τοῦ Προαστίου τῶν Προαστίων
      δοτική τῷ Προαστί τοῖς Προαστίοις
    αιτιατική τὸ Προάστιον τὰ Προάστια
     κλητική ! Προάστιον Προάστια
Συνήθως στον ενικό
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Προάστιον <  δείτε τη λέξη Προάστιο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾoˈa.sti.on/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Προάστιον

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Προάστιον ουδέτερο