Μετάβαση στο περιεχόμενο

Προσπαλτοῖ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Προσπαλτοῖ < Πρόσπαλτα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

Προσπαλτοῖ (τοπικό επίρρημα)