Πρωτογείρου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πρωτογείρου < γενική ενικού του αρσενικού Πρωτόγειρος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Πρωτογείρου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Πρωτόγειρος)
Πρωτογείρου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Πρωτόγειρος)