Πρότυπο:MainLang

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αυτό είναι το ελληνικό Wiktionary: σκοπό έχει να περιγράφει όλες τις λέξεις όλων των γλωσσών, με ορισμούς και περιγραφές μόνο στα Ελληνικά. Για παράδειγμα βλέπε free (μία αγγλική λέξη). Για να βρείτε τον αγγλικό ορισμό της λέξης αυτής, θα πρέπει να επισκεφθείτε την αντίστοιχη σελίδα στο αγγλικό Wiktionary.

100.000+: English (Αγγλικά) -- Tiếng Việt (Βιετναμικά) -- Français (Γαλλικά) -- Ido (Ίντο) -- 中文 (Κινεζικά) -- Русский (Ρωσικά) -- Türkçe (Τουρκικά)



1.000+: لعربية (Αραβικά) -- Հայերեն (Αρμενικά) -- Afrikaans (Αφρικανικά) -- Anglo Saxon (Αγγλοσαξονικά) -- Corsu (Κορσικά) -- Dansk (Δανικά) -- עברית (Εβραϊκά) -- हिन्दी (Χίντι) -- Íslenska (Ισλανδικά) -- 한국어 (Κορεατικά) -- Latina (Λατινικά) -- Norsk (Νορβηγικά) -- Русский (Ρωσικά) -- Sicilianu (Σικελιανά) -- Slovenščina (Σλοβενικά) -- தமிழ் (Ταμίλ) --


100+: Bosanski (Βοσνιακά) -- Català (Καταλανικά) -- Hrvatski (Κροατικά) -- Cesky (Τσεχικά) -- Esperantο (Εσπεράντο) -- ગુજરાતી (Γκουτζαράτι) -- Interlingua (Ιντερλίνγκουα) -- Interlingue -- қазақша (Kazakh) -- Plattdüütsch (Low Saxon) -- മലയാളം (Malayalam) -- मराठी (Μαράθι) -- Româna (Ρουμανικά) -- सिनधि (Σίντι) -- Απλά Αγγλικά -- Slovenčina (Σλοβακικά) -- ไทย (Tαϊλανδέζικα) -- Українська (Ουκρανικά) -- ייִדיש (Γίντις)


Όλες οι γλώσσες στο Wiktionary