Πόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Πόρρος, πόρος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο Πόρος
      γενική του Πόρου
    αιτιατική τον Πόρο
     κλητική Πόρε
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Πόρος < πόρος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Πόρος αρσενικό

  1. νησί του Αργοσαρωνικού
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]