Πύρρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Πύρρος < αρχαία ελληνική Πύρρος < πιθανόν απο το επίθετο πυρρός ( ο ξανθός, ο ξανθοκόκκινος)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Πύρρος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Πύρρος < πυρρός

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Πύρρος

  1. ανδρικό όνομα