Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ράχαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική αἱ Ράχαι
      γενική τῶν Ραχῶν
      δοτική ταῖς Ράχαις
    αιτιατική τὰς Ράχας
     κλητική ! Ράχαι
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ράχαι <  δείτε τη λέξη Ράχες

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɾa.çe/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ράχαι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ράχαι θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό