Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ρανίσλαβ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ρανίσλαβ < σλαβικής προέλευσης  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɾaˈni.slav/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ρανίσλαβ

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ρανίσλαβ ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 41 Β, 24 Ιουνίου 1922