Ριτσιάρδη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ριτσιάρδη < γενική ενικού του αρσενικού Ριτσιάρδης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ριτσιάρδη θηλυκό (αρσενικό Ριτσιάρδης)
Ριτσιάρδη θηλυκό (αρσενικό Ριτσιάρδης)