Ρομπότη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ρομπότη < γενική ενικού του αρσενικού Ρομπότης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ρομπότη θηλυκό (αρσενικό Ρομπότης)
Ρομπότη θηλυκό (αρσενικό Ρομπότης)